Απαντήσεις σε βασικές ερωτήσεις για την φλεβική θρόμβωση
Η φλεβική θρόμβωση, δηλαδή η πήξη του αίματος στις φλέβες μας, μπορεί να συμβεί είτε στα πόδια είτε στα χέρια είτε σε άλλες φλέβες του ανθρωπίνου σώματος. Η φλεβική θρόμβωση χωρίζεται σε 2 μεγάλες κατηγορίες, στην θρόμβωση σε επιφανειακές φλέβες (η λεγόμενη και επιπολής θρομβοφλεβίτιδα) και η θρόμβωση που εμφανίζεται στις βαθιές φλέβες του ανθρωπίνου σώματος (που ονομάζεται εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση). Και οι δύο παραπάνω καταστάσεις μπορεί να συνοδεύονται από μια κατάσταση όπου το πήγμα του αίματος (ή θρόμβος ) μπορεί να μεταφερθεί με την κυκλοφορία του αίματος στις αρτηρίες των πνευμόνων και να προκαλέσει πνευμονική εμβολή.
Οφείλουμε να τονίσουμε ότι η επιπολής θρομβοφλεβίτιδα και η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση είναι 2 διαφορετικές οντότητες, έχουν διαφορετικό τρόπο θεραπείας, διαφορετική επικινδυνότητα και σοβαρότητα και καλό είναι να τις ξεχωρίζουμε μεταξύ τους.
Λόγω του γεγονότος ότι χιλιάδες άνθρωποι προσβάλλονται από αυτή τη νόσο κάθε έτος, είναι χρήσιμο να απαντήσουμε σε μερικά κρίσιμα ερωτήματα που πιθανώς πολλοί άνθρωποι που έχουν πάθει τέτοιου είδους θρομβώσεις έχουν:
Έχω πάθει ένα επεισόδιο εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης στα κάτω άκρα. Κατά πόσο είναι πιθανόν να το πάθω ξανά;
H πιθανότητα υποτροπής της θρόμβωσης σε ένα ασθενή με προηγούμενο ιστορικό θρόμβωσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά γενικά είναι 50 φορές μεγαλύτερος από τον γενικό πληθυσμό χωρίς ιστορικό θρόμβωσης. Η πιθανότητα επανεμφάνισης της θρόμβωσης είναι υψηλή τον πρώτο χρόνο και μειώνεται σταδιακά με το χρόνο. Γενικά, εάν η θρόμβωση που προϋπήρχε ήταν απρόκλητη (unprovoked), το ποσοστό υποτροπής στο ένα έτος είναι πάνω από 10% και στα 5 έτη είναι γύρω στο 30%. Εάν στο επεισόδιο υπήρξε μείζων παροδικός παράγοντας (όπως ένα μεγάλο χειρουργείο), το ποσοστό υποτροπής είναι 3% το πρώτο έτος και 10% στην πενταετία. Εάν στο επεισόδιο υπήρξε έλασσον παροδικός παράγοντας, το ποσοστό υποτροπής είναι 3% κατ’ έτος και 15 % στα 5 έτη. Εάν η θρόμβωση ήταν περιφερική, το ποσοστό υποτροπής είναι 3-6% στο πρώτο έτος και κάτω από 10 % στα 5 έτη. Σε ασθενή με υποτροπιάζουσα θρόμβωση, το ποσοστό υποτροπής είναι πάνω από 10% το πρώτο έτος και πάνω από 30% στα 5 έτη.
Έχω πάθει πνευμονική εμβολή. Είναι δυνατόν να μου ξανασυμβεί;
Ναι, είναι δυνατό να ξανασυμβεί. Ασθενείς με πνευμονική εμβολή έχουν 3 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν υποτροπή της πνευμονικής εμβολής σε σχέση με τους ασθενείς που εμφάνισαν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση.
Προκλητή και απρόκλητη θρόμβωση. Τι σημαίνουν οι όροι αυτοί;
Προκλητή θρόμβωση σημαίνει ότι εμφανίστηκε επί παρουσία ενός παροδικού παράγοντα κινδύνου όπως κύηση ή πρόσφατο χειρουργείο ή ενός επίμονου παράγοντα όπως καρκίνο. Απρόκλητη θρόμβωση σημαίνει ότι εμφανίστηκε χωρίς της παρουσίας ενός προδιαθεσικού παράγοντα κινδύνου. H απρόκλητη θρόμβωση εμφανίζει μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπής μετά την διακοπή των αντιπηκτικών.
Ποιο είναι το ρίσκο φλεβικής θρόμβωσης σε ασθενείς με επιπολής θρομβοφλεβίτιδα;
Ασθενείς με προηγούμενο επεισόδιο επιπολής θρομβοφλεβίτιδας διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θρόμβωσης σε παρουσία ενός θρομβωτικών παραγόντων. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς αυτοί έχουν 5 φορές περισσότερο κίνδυνο για εμφάνιση εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης. Σε παρουσία ενός ήπιου θρομβωτικού παράγοντα κινδύνου (όπως παχυσαρκία ή κάπνισμα), ο κίνδυνος είναι 9 φορές μεγαλύτερος, ενώ σε παρουσία ισχυρού θρομβωτικού παράγοντα (όπως χειρουργική επέμβαση, καρκίνος, ακινητοποίηση), ο κίνδυνος είναι 3ο φορές μεγαλύτερος. Σε γυναίκες, η παρουσία κύησης, ορμονικής θεραπείας, λήψη οιστρογόνων αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης κατά 35 φορές
Ποιες είναι οι πιθανότητες υποτροπής μετά από ένα επεισόδιο φλεβικής θρόμβωσης
Η πιθανότητα υποτροπής μετά από ένα επεισόδιο φλεβικής θρόμβωσης είναι πολύ σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να αξιολογηθεί και να ενημερωθεί κατάλληλα ο ασθενής. Γενικά, οι ασθενείς χωρίζονται σε 3 κύριες κατηγορίες: σε ασθενείς με μείζονα μόνιμο θρομβωτικό παράγοντα κινδύνου (όπως καρκίνο, προηγούμενα επεισόδια θρόμβωσης), σε ασθενείς με μείζονα παροδικό θρομβωτικό παράγοντα κινδύνου (όπως μεγάλο χειρουργείο) και σε ασθενείς με απρόκλητο επεισόδιο θρόμβωσης. Το πρώτο γκρουπ των ασθενών αυτών (με μείζονα μόνιμο θρομβωτικό παράγοντα κινδύνου έχουν πολύ υψηλό ποσοστό υποτροπής.
Για τους ασθενείς με επεισόδιο προκλητής θρόμβωσης από παροδικό θρομβωτικό παράγοντα, το ποσοστό υποτροπής είναι 3.3% ανά έτος. Εάν ο παράγοντας είναι χειρουργική επέμβαση , το ποσοστό υποτροπής πέφτε στο 0.7% ενώ αν σε άλλον παράγοντα πλην χειρουργικής επέμβασης, το ποσοστό υποτροπής είναι 4.2%. Το ποσοστό υποτροπής σε ασθενείς με απρόκλητο επεισόδιο θρόμβωσης είναι 7.4 % ανά έτος.
Δευτερευόντως, άλλοι παράγοντες κινδύνου (ελάσσονες ή μέτριοι) που ευθύνονται για το πρώτο επεισόδιο θρόμβωσης είναι η ηλικία, η ομάδα αίματος, ο παράγοντας Leyden, η μετάλλαξη της προθρομβίνης, φλεγμονώδεις νόσοι ή ενδοκρινικές διαταραχές.
Εάν τα d-Dimers είναι παθολογικά υψηλά μετά την διακοπή της αντιπηκτικής αγωγής σε ασθενείς με επεισόδιο φλεβικής θρόμβωσης, το ποσοστό της υποτροπής ανά έτος είναι 8.8% εν αντιθέσει με το 3.7% που είναι το ποσοστό υποτροπής ανά έτος σε ασθενείς των οποίων τα d-Dimers ήταν σε φυσιολογικές τιμές.
Η υποτροπή της εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης είναι πιο συχνή σε παχύσαρκους ασθενείς. Επίσης , το ποσοστό της υποτροπής είναι πιο μεγάλο σε άνδρες ασθενείς. Συγκεκριμένα, άνδρες με απρόκλητη θρόμβωση είχαν 2.8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης υποτροπής σε σχέση με τις γυναίκες. Εάν η θρόμβωση ήταν προκλητή, ο κίνδυνος υποτροπής της θρόμβωσης είναι ο ίδιος και σε άνδρες και σε γυναίκες. Επίσης η υποτροπή της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης είναι πιο συχνή σε ασθενείς με υψηλά επίπεδα d-Dimers μετά το τέλος της αντιπηκτικής αγωγής. Συγκεκριμένα υψηλά d-Dimers αυξάνουν τον κίνδυνο υποτροπής κατά 2.6 φορές. Φαίνεται επίσης ότι η υπολειπόμενη θρόμβωση μετά την διάρκεια των 3 μηνών της αντιπηκτικής αγωγής συμβάλλει στην αύξηση του ποσοστού της υποτροπής της θρόμβωσης. Σε ασθενείς με καρκίνο, ο κίνδυνος υποτροπής της θρόμβωσης γίνεται 3 με 4 φορές μεγαλύτερος. Τέλος, η ύπαρξη αντιφωσφολιπιδιακών αντισωμάτων, η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου και η κληρονομική θρομβοφιλία αυξάνουν τον κίνδυνο υποτροπής της θρόμβωσης και πάντοτε θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν.
